Εκτύπωση PDF

 

 

 

Απαντητική επιστολή της Γ.Σ.Ε.Ε. σε ερώτημα της Π.Ο.Ε.Μ. σχετικά με την εργοδοτική υποχρέωση καταβολής του επιδόματος γάμου σε εργαζόμενους μεταλλουργικής επιχείρησης στην Ξάνθη.

 

 

 Θέμα: «Υποχρέωση καταβολής του επιδόματος γάμου»

 

Όπως πληροφορηθήκαμε από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (ΠΟΕΜ), η εταιρία σας στην Ξάνθη περιέκοψε το επίδομα γάμου από τη μισθοδοσία του προσωπικού της και αρνείται μέχρι σήμερα να το καταβάλει στους εργαζομένους της .

Όπως εκθέτουμε αναλυτικά παρακάτω, το επίδομα γάμου αποτελεί όρο της ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), με καθολική ισχύ, και κατά συνέπεια η ενέργειά σας δεν έχει καμιά βάση νομιμότητας.

Σε σχέση με το νομικό ζήτημα , η άποψη της Νομικής μας Υπηρεσίας, όπως έχει εκφραστεί  και στις σχετικές  εγκυκλίους μας, έχει ως εξής:

 

Α. Η  ισχύς των όρων  της ΕΓΣΣΕ

 

Ι. Η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) λειτούργησε επί δεκαετίες ως το θεσμικό μέσο ρύθμισης κάθε είδους όρων εργασίας, μισθολογικών και μη, με βάση τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των κορυφαίων οργανώσεων εκπροσώπησης εργοδοτικών και εργατικών συμφερόντων. Η θεσμική και πολιτική επιρροή της πηγάζει από την νομική δεσμευτικότητά της σε όλες τις εργασιακές σχέσεις στον ευρύτερο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των δημοσίων υπηρεσιών του Κράτους, για τους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. στη χώρα μας είχε ανέκαθεν ιδιαίτερη βαρύτητα από πλευράς οικονομικού και θεσμικού περιεχομένου, καθώς διασφάλισε επί σειρά ετών (μέχρι την πρόσφατη νομοθετική επέμβαση στο περιεχόμενο και τη δεσμευτικότητα των όρων της, κατά προφανή κατάλυση της συλλογικής αυτονομίας) τον κατώτατο μισθό και το κατώτατο ημερομίσθιο, διαμορφώνοντας μια βάση ασφαλείας για χιλιάδες εργαζόμενους/ες με τον ορισμό των ελάχιστων ορίων γενικής οικονομικής και κοινωνικής προστασίας .

 

Το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1876/90, όπως αντικαταστάθηκε  από το ν. 4093/2012,  ορίζει ότι :«Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια , κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου».

 

Για τις ρυθμίσεις του ν. 4093/2012 έχουμε διατυπώσει σοβαρές και τεκμηριωμένες επιφυλάξεις, λόγω αντίθεσής τους στο Σύνταγμα και ασυμβατότητάς τους με Διεθνείς Συμβάσεις και Συνθήκες. Με το ν. 4093/2012 θεσπίστηκε νέο σύστημα καθορισμού του κατώτατου μισθού και  ουσιαστικά αφαιρέθηκε βίαια η εξουσία ρύθμισης, με γενική εφαρμογή, του συνόλου των όρων εργασίας από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις (και μάλιστα τις κορυφαίες) υπέρ του κρατικού νομοθέτη.  Πρόκειται για μια πρωτοφανή επέμβαση στη συλλογική αυτονομία, αφού καταλύεται η ρύθμιση του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος για την επικουρικότητα της κρατικής ρύθμισης. Οι ρυθμίσεις του  ν. 4093/2012 για την ΕΓΣΣΕ (και ιδίως η αντικατάσταση του  άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1876/90 με το πιο πάνω περιεχόμενο), ως πρόδηλα αντισυνταγματικές, δεν μπορούν να εφαρμοστούν και κατά συνέπεια όλοι οι όροι της ισχύουσας ΕΓΣΣΕ έχουν, για το λόγο αυτό,  καθολική εφαρμογή.

 

 Σύμφωνα, ωστόσο, με το νέο νομοθετικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε με το ν. 4093/2012, οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν, με γενική εφαρμογή στους εργαζόμενους όλης της χώρας, τους μη μισθολογικούς όρους εργασίας. Μπορούν ακόμη να ρυθμίζουν και μισθολογικούς όρους, βασικούς μισθούς και προσαυξήσεις τους  σε επίπεδα πάνω από την κρατική ρύθμιση, με ισχύ όμως μόνο στους εργαζόμενους που απασχολούνται σε εργοδότες των συμβαλλόμενων εργοδοτικών οργανώσεων.

 

Β. Το επίδομα γάμου

 

Η  ισχύουσα από 26-3-2014 ΕΓΣΣΕ, η οποία συνυπογράφηκε από το σύνολο των κοινωνικών εταίρων (Γ.Σ.Ε.Ε., Σ.Ε.Β., Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., Ε.Σ.Ε.Ε., Σ.Ε.Τ.Ε.),  στο άρθρο 3 ορίζει :

 

«Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν ότι όλοι οι θεσμικοί όροι εργασίας, που θεσπίσθηκαν με τις προηγούμενες Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και τις αντίστοιχες Διαιτητικές Αποφάσεις, όπως ίσχυαν κατά τη διαδοχή τους, αποτελούν ενιαίο σύνολο και εξακολουθούν να ισχύουν.»

Μεταξύ των  θεσμικών όρων που διατηρήθηκαν σε ισχύ με την τελευταία  ΕΓΣΣΕ συγκαταλέγεται και το επίδομα γάμου, ως προς το οποίο η προηγούμενη από 14-5-2013  ΕΓΣΣΕ όρισε στο άρθρο 1 αυτής:

«Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι το επίδομα γάμου έχει θεσμικό και καθολικό χαρακτήρα για τους εργαζόμενους όλης της χώρας, εναρμονίζοντας τις ισχύουσες στη χώρα μας διατάξεις δικαίου με τις διεθνώς εφαρμοστέες αρχές της προστασίας της οικογένειας, της διευκόλυνσης συμμετοχής στην αγορά εργασίας, της ισότητας των φύλων, της συμφιλίωσης εργασιακής και οικογενειακής ζωής, της αξιοπρεπούς εργασίας».

Στο προαναφερόμενο άρθρο 1 της από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ τονίστηκαν όλα τα στοιχεία  που συγκροτούν τη φυσιογνωμία και το χαρακτήρα του επιδόματος γάμου, με τα οποία σκιαγραφήθηκε η θεσμική του σημασία και η απορρέουσα από το χαρακτήρα αυτό καθολική ισχύς του .

Επομένως, το επίδομα γάμου, που περιελήφθη ως θεσμικός όρος στην αμέσως προηγούμενη ΕΓΣΣΕ, διατηρήθηκε σε ισχύ με την τελευταία από 26-3-2014 ΕΓΣΣΕ.  Συνεπώς, ισχύουν και εδώ όλα τα παραπάνω αναφερόμενα για την καθολική ισχύ των θεσμικών όρων της ΕΓΣΣΕ, με αποτέλεσμα το επίδομα γάμου να έχει καθολική εφαρμογή στους εργαζόμενους όλης της χώρας.

            Ακόμη και με την εκδοχή ότι το επίδομα γάμου έχει θεσμικό και μισθολογικό χαρακτήρα, πρόκειται δηλαδή για έναν μικτό όρο, είναι φανερό ότι τα στοιχεία που συγκροτούν τη φύση και το χαρακτήρα του, του προσδίδουν προέχοντα θεσμικό χαρακτήρα. 

 

Γ. Η διπλή νομική φύση του επιδόματος γάμου

 

Ακόμη όμως και αν υιοθετούσε κανείς τις αμφισβητήσεις σε σχέση με τον υπερέχοντα ή μη θεσμικό χαρακτήρα του επιδόματος γάμου, δεν θα μπορούσε να παραβλέψει το γεγονός της διπλής νομικής φύσης του.

Το άρθρο 4 της  από 26-1-1988 ΕΓΣΣΕ, αναφορικά με τη χορήγηση  του επιδόματος γάμου, κυρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1  του ν. 1766/1988, με το οποίο ορίστηκε ότι:

 

Άρθρο 2.

 

       1.   Κυρώνονται  και  έχουν  ισχύ  νόμου  από  τότε  που  ίσχυσαν οι      διατάξεις  των  άρθρων  4  και  6  της  από  26.1.88  Εθνικής Γενικής      Συλλογικής  Σύμβασης  εργασίας "καθορισμός συνολικών γενικών κατωτάτων      ορίων μισθών και ημερομισθίων των μισθωτών όλης της χώρας και  ρύθμιση      άλλων  θεμάτων",  που δημοσιεύθηκε με την αριθμ.  10855/88 απόφαση του      Υπουργού Εργασίας στο ΦΕΚ 40 τεύχος Β` της 1.2.88, οι οποίες έχουν  ως      εξής:

        α)  Άρθρο 4 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που έχει ως εξής:

       "1.  Χορηγείται  επίδομα  γάμου με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται      από τις 10/1976, 9/1978, 100/1979 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και το      άρθρο 5 της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της      14.2.1984,  όπως  έχει  τούτο  ρυθμιστεί με τις διατάξεις του ν. 1414/1984.

       2.  Σε όσες έγγαμες εργαζόμενες γυναίκες  δεν  καταβάλλεται  επίδομα      γάμου με βάση τις παραπάνω διατάξεις, χορηγείται επίδομα γάμου επί του      βασικού  μισθού  ή  επί του βασικού ημερομισθίου τους από 1 Ιανουαρίου      1988 σε  ποσοστό  5%  και  από  1  Ιανουαρίου  1989  σε  ποσοστό  10%     συνολικά".

 

Ακολούθως με το άρθρο 20 του ν. 1849/1989 ορίστηκε ότι:

 

  1. «Κυρώνονται και έχουν ισχύ νόμου από τότε που ίσχυσαν οι διατάξεις των άρθρων 5 και 7 της από 10.3.89 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας , που δημοσιεύθηκε με την αριθμ. 12756/23.3.89 απόφαση του Υπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 213/Β/23.3..89), οι οποίες έχουν ως εξής:

……….»

Με την παράγραφο 2  του ίδιου άρθρου επεκτάθηκε το πεδίο εφαρμογής του επιδόματος γάμου, που προβλέφθηκε με την ΕΓΣΣΕ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 20 του ως άνω νόμου ορίζει ότι:

«2. Του προβλεπόμενου από την ΕΓΣΣΕ επιδόματος γάμου δικαιούχοι είναι και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι  σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι , από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.»

 

Με την κύρωση του άρθρου 4 της από 26-1-1988 ΕΓΣΣΕ, με το άρθρο 2 του ν. 1766/1988 καθώς και την επέκταση, με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 1849/1989, του πεδίου εφαρμογής του, το επίδομα γάμου έχει πλέον διπλή νομική φύση. Εξακολουθεί δηλαδή, και μετά την κύρωσή του καθώς και τη νομοθετική επέκταση εφαρμογής του,  να έχει την ισχύ που του προσδίδει η ΕΓΣΣΕ, συγχρόνως όμως έχει και την ισχύ τυπικού νόμου.

Πρόκειται για το φαινόμενο της διπλής νομικής φύσης συλλογικών συμβάσεων εργασίας (και διαιτητικών αποφάσεων) που «κυρώνονται» με νόμο. Συνέπεια της διπλής νομικής φύσης τους είναι ότι για τη λύση τους θα πρέπει να τηρούνται αμφότερες οι οικείες διαδικασίες για τη λύση – κατάργηση των ρυθμίσεων, π.χ. οι σσε – δα να καταγγέλλονται και οι κυρωτικοί νόμοι να καταργούνται με νεότερο νόμο [Α. Καζάκου, Η Διαιτησία Συλλογικών Διαφορών Συμφερόντων κατά το ν. 1876/90, 1998, 441 επ. και ιδίως 444 επ.)[1]

Συνεπώς το επίδομα γάμου έχει διπλή νομική φύση: Αφενός αποτελεί όρο ΕΓΣΣΕ αφετέρου έχει ισχύ τυπικού νόμου (του κυρωτικού ν. 1766/1988 καθώς και του ν. 1849/1989). Έτσι, ακόμη και αν το επίδομα γάμου θεωρούνταν αμιγής μισθολογικός όρος της ΕΓΣΣΕ και ίσχυε ως προς αυτόν ο κανόνας της δέσμευσης μόνο των μελών των συμβαλλόμενων οργανώσεων, παραμένει, ωστόσο,  ανέπαφη η νομική φύση του, ως κανόνα δικαίου, με βάση τον κυρωτικό νόμο 1766/1988 και το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 1849/1989. Κατ’ αποτέλεσμα και στην περίπτωση αυτή το επίδομα γάμου δεσμεύει, ως περιεχόμενο κανόνα δικαίου, το σύνολο των εργοδοτών της χώρας.

Κατόπιν αυτών, σας καλούμε να υιοθετήσετε την παραπάνω ορθή ερμηνεία, και, σε συμμόρφωση και με την ισχύουσα ΕΓΣΣΕ, να χορηγήσετε το επίδομα γάμου στο προσωπικό σας, παραλείποντας στο μέλλον ενέργειες, που συνιστούν παραβίαση  των νομίμων υποχρεώσεών  σας.

Για τη ΓΣΕΕ

                Ο Πρόεδρος                                                             Ο Γεν. Γραμματέας

 

 

     Γιάννης Παναγόπουλος                                                       Νικόλαος Κιουτσούκης



[1] Αυτό ορίστηκε ρητά με το άρθρο 6 παρ. 1 ν. 2224/1994: «είναι ανίσχυρη η καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας που έχει κυρωθεί με νόμο». Με το άρθρο 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 2 εδ. ε΄ ν. 2085/1992, που όριζε ότι η καταγγελία σσε που έχουν κυρωθεί με νόμο επιφέρει τα αποτελέσματα της κοινής καταγγελίας, ότι με άλλα λόγια η καταγγελία της σσε συνεπαγόταν και την κατάργηση του κυρωτικού νόμου